Ἑρμοτυμβιεῖς

Stephanos of Byzantium - Ethnika

Ἑρμοτυμβιεῖς OCR ✓ Trans ✓ Confirmed ✓
people
Entry #120
Greek source: meineke
Meineke: 278.1 | Billerbeck: Ε120
OCR: gemini-constrained (gemini-3-flash-preview) on 2026-01-08
Word count: 15
Sources: Ἀρισταγόρας (Aristagoras) FGrHist 608 F 1 [Αἰγυπτιακῶν]
Entities: Ἑρμοτυμβιεῖς (Hermotymbieis) [people], Αἴγυπτος (Egypt) [place], Λαβαρεῖς (Labareis) [people]
Etymologies: Unclear Metalinguistic: “Hermotymbieis: a division (moira) of the fighters in Egypt, according to Aristagoras (in his Egyptian matters). They are the same as the Labareis.”
Source: vol2_191.jpg
Edit
Ἑρμοτυμβιεῖς, μοῖρα τῶν μαχίμων ἐν Αἰγύπτῳ, ὡς Ἀρισταγόρας ἐν Αἰγυπτιακῶν πρώτῃ. οἱ αὐτοὶ Καλασίρεις.
Translation pending

Herodian overlaps

Stephanos excerpt (left) is aligned with matched Herodian passages (right). Colors indicate corresponding overlap spans.

Herodian 1.241
char LCS 67 (79.8%) · word LCS 11 (78.6%)
Stephanos
Ἑρμοτυμβιεῖς, μοῖρα τῶν μαχίμων ἐν Αἰγύπτῳ, ὡς Ἀρισταγόρας ἐν Αἰγυπτιακῶν πρώτῃ. οἱ αὐτοὶ Καλασίρεις.
Herodian
…ίᾳ τότε μὲν Δωρίδος νῦν δὲ Ἱστιαιώτιδος καλουμένης, ἀφικέσθαι εἰς Κρήτην μετὰ Δωριέων τε καὶ Ἀχαιῶν καὶ Πελασγῶν τῶν οὐκ ἀπαράντων εἰς Τυρρηνίαν. Ἐλαιεύς δῆμος τῆς Ἱπποθοωντίδος φυλῆς, ὡς Διονύσιος. Διόδωρος δ´ Ἐλαιοῦς. Ἑρμοτυμβιεῖς μοῖρα τῶν μαχίμων ἐν Αἰγύπτῳ, ὡς Ἀρισταγόρας ἐν Αἰγυπτιακῶν πρώτῃ. Ἐταιεῖς διὰ διφθόγγου ὡς Διπαιεῖς. ἔστι δὲ πόλις Λακωνική. Ἰμφεῖς ἔθνος προσεχὲς τοῖς Περραιβοῖς. Ἑκαταῖος Εὐρώπῃ »Ἰμφέες, Περραιβοί«. Ἰουλεῖς οἱ Ῥωμαῖοι ἀπὸ βασιλέως, ἀφ´ οὗ καὶ ὁ μήν, ἢ ἀπὸ Ἰουλίδος. Καφαρεύς ἐπίνειο…
Herodian 1.101
char LCS 24 (28.6%) · word LCS 5 (35.7%)
Stephanos
Ἑρμοτυμβιεῖς, μοῖρα τῶν μαχίμων ἐν Αἰγύπτῳ, ὡς Ἀρισταγόρας ἐν Αἰγυπτιακῶν πρώτῃ. οἱ αὐτοὶ Καλασίρεις.
Herodian
… βοῦν, ὥστε Βουσόσιριν εἶναι τὴν πόλιν. οἱ δ´ ὅτι τοπάρχης ἦν Βούσιρις ὑπὸ Ὀσίριδος κατασταθείς. Ὄσιρις Αἰγυπτιστὶ ὁ Διόνυσος. Ταφόσιρις πόλις Αἰγύπτου, ἐν ᾗ λέγεται Ὄσιρις τεθάφθαι. καλάσιρις λινοῦς χιτὼν ἱερατικὸς καὶ μοῖρα τῶν μαχίμων ἐν Αἰγύπτῳ οἱ καὶ Ἑρμοτυμβιεῖς. Ἡρόδοτος δευτέρῳ (c. 164) Ψένυρις κώμη. Τέντυρις πόλις Αἰγύπτου καθαρτικὴ τῶν κροκοδείλων.